ἐριοκάρτης

ἐριο-κάρτης, ου, , ([etym.] κείρω)
A shearer, PFlor.71.438, al. (iv A. D.); perh. cf. ἐριωκαίτης, ἐριωκέδης, PTeb.401.1,16 (i A. D.).

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • εριοκάρτης — ἐριοκάρτης, ὁ (Α) αυτός που κουρεύει τα έρια, τα μαλλιά τών ζώων, ο κουρευτής. [ΕΤΥΜΟΛ. < έριο( ν) + κάρτης < καρτός (κείρω) «αυτός που μπορεί κάποιος να τόν κόψει, λείος»] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.